Οι εκτιμήσεις για την πορεία της ελληνικής αγοράς ακινήτων το 2026 συγκλίνουν στη διατήρηση ενός θετικού αλλά πιο απαιτητικού περιβάλλοντος, όπου η ζήτηση παραμένει ισχυρή, οι τιμές συνεχίζουν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα και η προσφορά εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό περιοριστικό παράγοντα.

Η εικόνα αυτή στηρίζεται στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οποία οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 7,5% στο εννεάμηνο του 2025, με την άνοδο να αφορά τόσο τα νέα όσο και τα παλαιότερα ακίνητα. Παρότι οι ρυθμοί ανόδου εμφανίζονται χαμηλότεροι σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, δεν προκύπτει ουσιαστική ένδειξη αντιστροφής της τάσης, γεγονός που οδηγεί την αγορά σε μια φάση μεγαλύτερης ωρίμανσης και αυξημένης επιλεκτικότητας. Ο τουρισμός εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημαντικός παράγοντας ανόδου, καθώς η αυξημένη τουριστική κίνηση διατηρεί τη ζήτηση για κατοικίες και ακίνητα φιλοξενίας σε υψηλά επίπεδα, ενώ το ενδιαφέρον από εγχώριους και διεθνείς επενδυτές ενισχύεται από το σταθερό οικονομικό πλαίσιο, τη γεωπολιτική θέση της χώρας και τη συνεχιζόμενη αναβάθμιση της εικόνας της Ελλάδας ως τόπου επένδυσης και διαβίωσης.

Παράλληλα, οι αυξήσεις στο κόστος των οικοδομικών υλικών και της κατασκευής γενικότερα, όπως καταγράφονται στους δείκτες κόστους κατασκευής της ΕΛΣΤΑΤ, σε συνδυασμό με τη χαμηλή οικοδομική δραστηριότητα της προηγούμενης περιόδου, συνεχίζουν να επηρεάζουν τη δυναμική της αγοράς. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι η περιορισμένη παραγωγή νέων κατοικιών τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση διαρθρωτικού ελλείμματος προσφοράς, ιδιαίτερα σε αστικά κέντρα και τουριστικές περιοχές. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα νεόδμητων ακινήτων λειτουργεί ως παράγοντας διατήρησης των τιμών σε ανοδική τροχιά, ενώ η ανακαίνιση παλαιότερων ακινήτων αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία ως εναλλακτική λύση κάλυψης αναγκών τόσο για ιδιοκατοίκηση όσο και για επενδυτική αξιοποίηση. Σε αυτό το περιβάλλον, το 2026 εκτιμάται ότι θα χαρακτηρίζεται περισσότερο από στοχευμένες και επιλεκτικές κινήσεις και λιγότερο από οριζόντια ανάπτυξη, με τους αγοραστές να αξιολογούν πρωτίστως την ποιότητα, τη θέση, την ενεργειακή απόδοση και τα λειτουργικά χαρακτηριστικά.

Ως προς τη σύνθεση της αγοράς, τα ακίνητα που συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη ζήτηση παραμένουν τα οικιστικά, με τα διαμερίσματα να διατηρούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο για ιδιοκατοίκηση όσο και για επενδυτικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η άνοδος των τιμών το 2025 ήταν ελαφρώς υψηλότερη στα παλαιά διαμερίσματα σε σχέση με τα νέα, γεγονός που τονίζει τη σημασία της τοποθεσίας και της δυνατότητας αναβάθμισης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον καταγράφεται για μικρά και μεσαία διαμερίσματα σε αστικές περιοχές, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν είτε για μακροχρόνια μίσθωση είτε για βραχυχρόνια χρήση, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τη γεωγραφική τους θέση. Ταυτόχρονα, τα νεόδμητα ακίνητα υψηλών προδιαγραφών, αν και αριθμητικά περιορισμένα, διατηρούν τη ζήτησή τους λόγω της ενεργειακής τους απόδοσης και των σύγχρονων κατασκευαστικών προτύπων, ιδίως σε αγοραστές με υψηλότερη αγοραστική δυνατότητα.

Σημαντική θέση στην αγορά καταλαμβάνουν και τα ακίνητα φιλοξενίας, κυρίως σε τουριστικούς προορισμούς, αλλά και σε αστικά κέντρα με αυξημένη τουριστική κίνηση. Η ζήτηση για τουριστικές κατοικίες, μικρά ξενοδοχειακά ακίνητα και ακίνητα μικτής χρήσης παραμένει έντονη, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος. Παράλληλα, στα επαγγελματικά ακίνητα, τα γραφεία σύγχρονων προδιαγραφών εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το πρώτο εξάμηνο του 2025 περίπου επτά στα δέκα επαγγελματικά ακίνητα που αγοράστηκαν αφορούσαν γραφεία, ενώ ακολούθησαν τα καταστήματα και λοιπές ειδικές επαγγελματικές χρήσεις.

Η αγορά δείχνει επίσης αυξημένο ενδιαφέρον για ακίνητα που μπορούν να αναβαθμιστούν μέσω ανακαίνισης, τόσο στον οικιστικό όσο και στον επαγγελματικό τομέα. Η αξιοποίηση παλαιότερων κτιρίων σε κεντρικές περιοχές λειτουργεί ως απάντηση στο περιορισμένο απόθεμα νέων κατασκευών και ταυτόχρονα ως επενδυτική στρατηγική με προοπτικές δημιουργίας υπεραξίας. Η τάση αυτή εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και το 2026, ενισχύοντας περαιτέρω τη σημασία της ποιότητας και της προσαρμοστικότητας του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος.

Όσον αφορά το προφίλ των αγοραστών, η εικόνα παραμένει πολυσύνθετη και έντονα διεθνοποιημένη. Έρευνες και στοιχεία της αγοράς δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των αγοραστών κατοικιών στην Ελλάδα προέρχεται από την ηλικιακή ομάδα 41 έως 60 ετών, ενώ για πολλούς η χώρα αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως επενδυτικός προορισμός αλλά και ως πιθανός τόπος μόνιμης ή μακροχρόνιας εγκατάστασης. Παράλληλα, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι ξένες επενδύσεις στην ελληνική αγορά ακινήτων διαμορφώθηκαν σε 938,3 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025, εξέλιξη που, παρά τις αλλαγές στο πρόγραμμα της Χρυσής Βίζας, επιβεβαιώνει τη σταθερή ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού.

Ιδιαίτερα έντονη παραμένει η παρουσία ξένων αγοραστών από την Ανατολική Μεσόγειο, την Ευρώπη και τις τρίτες χώρες, με διαφοροποιήσεις ανά περιοχή, ενώ καθοριστικό χαρακτηριστικό αποτελεί ο τρόπος χρηματοδότησης των συναλλαγών. Σύμφωνα με την επικρατούσα εικόνα της αγοράς, περίπου το 90% των αγοραπωλησιών πραγματοποιείται με ίδια κεφάλαια, στοιχείο που ενισχύει τη ρευστότητα και επιταχύνει την ολοκλήρωση των συναλλαγών.

Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται για το 2026 είναι εκείνη μιας αγοράς ανθεκτικής και ελκυστικής, με ισχυρή τεκμηρίωση στη ζήτηση, σαφείς περιορισμούς στην προσφορά και αυξημένη έμφαση στην ποιότητα και τη στρατηγική επιλογή των επενδύσεων.

Πηγή: https://www.thetotalbusiness.com/2026/01/07/ti-allazei-stin-elliniki-agora-akiniton-to-2026/